«Διάλεξε εσύ το κρασί».
Πόση ευθύνη μπορεί να κρύβει μια τόσο απλή φράση;
Αν σου έχει συμβεί να βρεθείς με τον κατάλογο στα χέρια και την παρέα να περιμένει την επιλογή σου, ίσως γνωρίζεις την απάντηση. Μέσα σε λίγες σελίδες αναζητάς κάτι που να σου αρέσει, να ταιριάζει με το φαγητό, να ευχαριστεί τους υπόλοιπους και να βρίσκεται σε μια τιμή με την οποία αισθάνεσαι άνετα.
Το βλέμμα περνά από τις ετικέτες στις ποικιλίες. Στέκεται σε ένα γνώριμο όνομα, προσπερνά κάποιο άλλο. Ίσως υπάρχει περιέργεια για κάτι διαφορετικό. Μαζί της, όμως, μπορεί να έρχεται κι ένας μικρός δισταγμός:
«Κι αν δεν τους αρέσει;»
Πριν ακόμη φτάσει η φιάλη στο τραπέζι, οι προσδοκίες, οι αναμνήσεις και η παρέα έχουν ήδη μπει στην επιλογή.
Πρώτα αναζητάμε κάτι που γνωρίζουμε
Ασύρτικο, Chardonnay, Sauvignon Blanc. Ανάμεσα σε άγνωστα κτήματα και περιοχές, το όνομα μιας γνώριμης ποικιλίας μπορεί να προσφέρει ένα πρώτο σημείο αναφοράς.
«Μου αρέσει το Ασύρτικο». Μια απλή φράση, που ίσως ξεκινά από ένα ποτήρι που απολαύσαμε κάποιο καλοκαίρι ή μια πρόταση που μας ταίριαξε. Αντίστοιχα, κάποιος αναζητά Chardonnay επειδή έχει συνδέσει το όνομά του με κρασιά που αγαπά, ενώ κάποιος άλλος επιλέγει Sauvignon Blanc γιατί θυμάται μια προηγούμενη, ευχάριστη εμπειρία.
Η ποικιλία γίνεται μια πρώτη προσδοκία για το ποτήρι. Μας βοηθά να εκφράσουμε μια προτίμηση, ακόμη κι όταν δεν βρίσκουμε τις λέξεις για να περιγράψουμε ακριβώς τη γεύση που αναζητάμε.
Βέβαια, το όνομά της δεν περιγράφει ολόκληρο το κρασί. Ο τόπος και ο τρόπος οινοποίησης μπορούν να δώσουν διαφορετικές εκφράσεις στην ίδια ποικιλία. Γι’ αυτό το «πίνω Chardonnay» αξίζει μια μικρή συνέχεια: ποιο μας άρεσε και τι θυμόμαστε από αυτό; Τη φρεσκάδα, την πιο γεμάτη αίσθηση ή το πόσο όμορφα συνόδευσε εκείνο το δείπνο;
Η απάντηση μπορεί να βοηθήσει περισσότερο από μια σειρά τεχνικών όρων.
Γιατί επιστρέφουμε στην ίδια επιλογή;
Το «θα πάρουμε εκείνο που είχαμε την προηγούμενη φορά» έχει τη δική του λογική. Γνωρίζουμε περίπου τι να περιμένουμε, θυμόμαστε ότι άρεσε και μπορούμε να συνεχίσουμε τη βραδιά χωρίς περισσότερη αναζήτηση.
Μπορεί να είναι συνήθεια, εμπιστοσύνη ή απλώς προσωπική προτίμηση. Δεν χρειάζεται κάθε έξοδος να γίνεται ευκαιρία εξερεύνησης.
Όταν, όμως, υπάρχει περιέργεια, ο κατάλογος και ο άνθρωπος που τον παρουσιάζει μπορούν να της δώσουν χώρο. Μια κατανοητή περιγραφή, μια ερώτηση για όσα μας αρέσουν και μια πρόταση με σαφή λόγο κάνουν το άγνωστο πιο προσιτό.
Για κάποιον που επιλέγει Sauvignon Blanc, μια συγκεκριμένη Μαλαγουζιά θα μπορούσε να ανοίξει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση: τι προσφέρει αυτή η φιάλη, πού συναντά τις προτιμήσεις του και τι διαφορετικό θα δοκιμάσει; Η πρόταση αποκτά νόημα όταν συνδέεται με τον άνθρωπο απέναντί μας.
Κι αν τελικά προτιμήσει το γνώριμο κρασί του, η επιλογή του αξίζει την ίδια φροντίδα.
Μια φιάλη, πολλές προτιμήσεις
Εκείνος που κρατά τον κατάλογο επιλέγει συχνά για περισσότερους από τον εαυτό του. Κάποιος θέλει λευκό, κάποιος προτιμά κόκκινο, ένας τρίτος λέει «ό,τι πάρετε», αφήνοντας την απόφαση στους υπόλοιπους.
Μαζί με τις διαφορετικές γεύσεις μπορεί να εμφανιστεί και η επιθυμία να φανούμε καλοί οικοδεσπότες, ενημερωμένοι ή προσεκτικοί απέναντι στην παρέα. Έτσι, ακόμη και μια απλή ερώτηση ενδέχεται να μας δυσκολέψει. Να παραδεχτούμε ότι δεν γνωρίζουμε μια ποικιλία; Να ζητήσουμε διευκρίνιση για μια περιγραφή;
Στο τραπέζι πρέπει να υπάρχει χώρος και για το «δεν ξέρω».
Για εκείνον που θέλει να μάθει, αλλά και για εκείνον που επιθυμεί απλώς ένα ευχάριστο κρασί μαζί με το φαγητό του.
Η τιμή και όσα μένουν ανείπωτα
Το ποσό που θέλουμε να διαθέσουμε μπορεί να είναι ξεκάθαρο στο μυαλό μας και δυσκολότερο να ειπωθεί μπροστά στους άλλους. Ειδικά όταν μοιραζόμαστε τον λογαριασμό, χρειάζεται να αισθάνονται όλοι άνετα με την επιλογή.
Εδώ η διακριτικότητα του service έχει ουσιαστική αξία. Ο πελάτης μπορεί να δείξει μια τιμή στον κατάλογο ή να ζητήσει κάτι πιο προσιτό, χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσει την απόφασή του.
Μια προσεγμένη πρόταση σέβεται αυτό το όριο. Αφήνει τον άνθρωπο να επιλέξει με σιγουριά, χωρίς το κόστος της φιάλης να γίνεται μέτρο της γνώσης ή του γούστου του.
Η φιλοξενία μέσα στην πρόταση
Ο άνθρωπος που προτείνει το κρασί χρειάζεται πρώτα να ακούσει. Τι πίνουν συνήθως οι καλεσμένοι; Τι τους έχει αρέσει; Έχουν διάθεση να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό;
Ακόμη και το «κάτι ελαφρύ» ή «όχι πολύ ξινό» προσφέρει μια αφετηρία. Με λίγες φυσικές ερωτήσεις και δύο προτάσεις που εξηγούνται καθαρά, η επιλογή μπορεί να γίνει ευκολότερη.
Η γνώση βρίσκει την αξία της όταν βοηθά τον πελάτη να καταλάβει τι του προτείνεται και γιατί, διατηρώντας την ελευθερία να ζητήσει κάτι άλλο.
Ύστερα η φιάλη φτάνει, τα ποτήρια γεμίζουν και κάποιος συνεχίζει την ιστορία που είχε αφήσει στη μέση. Ίσως ένας από την παρέα κοιτάξει ξανά την ετικέτα για να τη θυμάται.
Και ο άνθρωπος που άκουσε στην αρχή «διάλεξε εσύ το κρασί» μπορεί επιτέλους να αφήσει τον κατάλογο στην άκρη και να απολαύσει κι εκείνος το ποτήρι του.