Write the Τρίτη πρωί, αεροδρόμιο Ρόδου. Αναχώρηση για το Μπέργκαμο, για ένα σύντομο ταξίδι δύο ημερών στην Ιταλία. Λίγος χρόνος, αλλά αρκετός για να αλλάξεις παραστάσεις και, όπως αποδείχθηκε, να επιστρέψεις με μια καινούργια προτίμηση.
Στο τέλος εκείνης της Τρίτης, ένα γεύμα έδωσε στο ταξίδι τη γεύση που θα θυμάμαι. Στο τραπέζι υπήρχαν πορτσίνι και ribeye. Δίπλα τους, μια φιάλη Cipressi 2023 του Michele Chiarlo, με τη λέξη Nizza στην ετικέτα.
Το Cabernet Sauvignon είναι μια μεγάλη μου αδυναμία. Από εκείνες τις λέξεις που εντοπίζω σχεδόν αυτόματα σε έναν κατάλογο κρασιών, πριν ακόμη διαβάσω τις υπόλοιπες επιλογές. Εκείνο το βράδυ, όμως, το ενδιαφέρον μου βρισκόταν ολόκληρο στο ποτήρι που είχα μπροστά μου.
Αυτό που με κέρδισε ήταν η αμεσότητά του. Τα αρώματα είχαν παρουσία, η γεύση με κρατούσε και η απόλαυση ερχόταν αβίαστα. Ήταν από τα πιο εύκολα στην απόλαυση ερυθρά που έχω δοκιμάσει με τέτοια αρωματική ένταση. Μπορούσα να χαρώ όσα είχε να δώσει χωρίς να χρειάζεται να τα αναλύσω ένα προς ένα.
Και είχε λόγο ύπαρξης στο τραπέζι. Συνόδευε το φαγητό, έδενε με τα πορτσίνι και το ribeye και, στη δική μου αίσθηση, απογείωνε τον συνδυασμό. Κάθε γουλιά γινόταν μέρος της επόμενης μπουκιάς. Όταν θυμάμαι εκείνο το γεύμα, δύσκολα απομονώνω τη γεύση του κρασιού από τη γεύση του πιάτου.
Η παρουσία του έφτασε μέχρι τη συζήτηση. Η εντύπωση που μας έκανε έγινε αφορμή για σχόλια, ερωτήσεις και καινούργια θέματα. Επιστρέφαμε στο φαγητό, στο ποτήρι, σε κάτι που είχε μόλις ειπωθεί. Η πρώτη φιάλη τελείωσε ενώ η κουβέντα είχε ακόμη δρόμο. Μία δεν ήταν αρκετή για να την ολοκληρώσει.
Κάπου εκεί, η ετικέτα έδωσε και την αφορμή να γνωρίσω καλύτερα αυτό που πίναμε. Το Nizza είναι ονομασία προέλευσης· η ποικιλία πίσω του είναι η Barbera. Μια διάκριση που έχει σημασία, γιατί εδώ το όνομα του τόπου παίρνει την πρώτη θέση στη φιάλη.
Η ζώνη του Nizza DOCG απλώνεται σε 18 δήμους της επαρχίας Asti, στο Πιεμόντε. Ανάμεσά τους βρίσκεται και το Mombercelli. Τα κρασιά της παράγονται αποκλειστικά από Barbera, μέσα σε ένα πλαίσιο κανόνων που καθορίζει την προέλευση των σταφυλιών, τις συνθήκες καλλιέργειας, τις αποδόσεις του αμπελώνα και την ωρίμαση του κρασιού.
Πίσω από την αμεσότητα που ένιωσα στο ποτήρι υπάρχει, λοιπόν, χρόνος. Το Nizza απαιτεί τουλάχιστον 18 μήνες ωρίμασης, από τους οποίους οι έξι σε ξύλο. Για την ένδειξη Riserva, ο χρόνος ανεβαίνει στους 30 μήνες, με τουλάχιστον δώδεκα σε ξύλο. Η μέτρηση ξεκινά την 1η Ιανουαρίου μετά τον τρύγο. Αυτά είναι τα ελάχιστα όρια της ονομασίας, μέσα στα οποία κάθε παραγωγός διαμορφώνει τη δική του έκφραση.
Στο Cipressi 2023, τα σταφύλια προέρχονται από αμπελώνες μεταξύ Castelnuovo Calcea και Mombercelli. Το κρασί ζυμώνει σε ανοξείδωτες δεξαμενές και περνά έναν χρόνο σε μεγάλα δρύινα βαρέλια, πριν συνεχίσει την ωρίμασή του στη φιάλη. Το όνομά του παραπέμπει στα κυπαρίσσια του λόφου La Court, μια λεπτομέρεια του τοπίου που πέρασε και στην ετικέτα.
Αυτές οι πληροφορίες έδωσαν περισσότερο βάθος στη γνωριμία μου μαζί του. Η θέση του στη μνήμη μου, όμως, είχε ήδη κερδηθεί: δίπλα στο φαγητό, μέσα στην κουβέντα, στην επιθυμία να παραμείνουμε λίγο ακόμη στο τραπέζι.
Το Cabernet Sauvignon παραμένει μια μεγάλη αδυναμία. Αν όμως μου έδιναν ξανά εκείνο το πιάτο και με ρωτούσαν τι θα ήθελα στο ποτήρι, θα ζητούσα το Nizza. Το συγκεκριμένο κρασί μού άρεσε τόσο, που άλλαξε την επόμενη επιλογή μου και μου άφησε την περιέργεια να γνωρίσω άλλους παραγωγούς, άλλες χρονιές, άλλες εκφράσεις του ίδιου τόπου.
Την επόμενη φορά που θα ανοίξω έναν κατάλογο κρασιών, θα αναζητήσω και αυτή τη λέξη. Θα μου θυμίζει μια Τρίτη που ξεκίνησε στο αεροδρόμιο της Ρόδου και τελείωσε σε ένα τραπέζι στην Ιταλία, όπου η πρώτη φιάλη άδειασε πριν τελειώσουν όσα είχαμε να πούμε.opening paragraph here.